* Γράφει ο Μιχαήλ Ε. Αυγουλέας, Αρχιπύραρχος ε.α., τ. Διευθυντής Δ.Α.Ε.Ε., Δικαστικός Πραγματογνώμονας/ Σύμβουλος Πολιτικής Προστασία & Ασφαλείας
Κάθε χρόνο με την έναρξη των μεγάλων δασικών πυρκαγιών αναπτύσσεται μια έντονη προβληματική σχετικά με την αιτία και τις συνθήκες έναρξης και επέκτασής τους. Στο πλαίσιο αυτό το έγκλημα του εμπρησμού τυποποιείται σε δύο βασικές νομοτυπικές μορφές στον Ποινικό Κώδικα (Εμπρησμός – άρθρο 264 ΠΚ και Εμπρησμός σε δάση – άρθρο 265 ΠΚ), όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τον Ν. 5090/2024.
Περαιτέρω η έρευνα και η τεχνική τεκμηρίωση του εμπρησμού παρουσιάζουν σημαντικές δυσκολίες ως προς την ταυτοποίηση του δράστη και τον προσδιορισμό της ακριβούς αιτίας έναρξης της πυρκαγιάς. Για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης ανέθεσε την έρευνα των εγκλημάτων εμπρησμού (με το άρ. 1, παρ. 1 του ΝΔ 658/1970) στους ειδικούς ανακριτικούς υπαλλήλους του Πυροσβεστικού Σώματος, οι οποίοι φέρουν τον βαθμό του Αρχιπυροσβέστη παραγωγικής σχολής και άνω.
Ειδικότερα κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακριτικής διαδικασίας παρουσιάζονται “δυσχέρειες” απόδειξης που αφορούν τόσο τον τρόπο δράσης (modus operandi) και τα κίνητρα του δράστη όσο και την ταυτοποίησή του. Δεδομένου ότι το υψηλό πυροθερμικό φορτίο ο καπνός η αιθάλη καθώς και οι μεγάλες ποσότητες νερού ή κατασβεστικού υλικού καταστρέφουν τα πειστήρια και τα ευρήματα σε πλείστες περιπτώσεις αφήνοντας έτσι περιθώρια για εσφαλμένη εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες και την αιτία εκδήλωσης της πυρκαγιάς.
Για τον λόγο αυτό το ποσοστό όσων τελικά καταδικάζονται είναι εξαιρετικά μικρό. Σύμφωνα με τον Ανδριανό Γκουρμπάτση (Αντιστράτηγο Π.Σ. ε.α. – Νομικό), επικρατεί στην κοινωνία μας η –εσφαλμένη– αντίληψη ότι φταίει η Δικαιοσύνη που δεν καταδικάζονται οι εμπρηστές των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η αλήθεια, βεβαίως είναι εντελώς διαφορετική και σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεται η Δικαιοσύνη για την αθώωση των φερόμενων ως δραστών εμπρησμού κοινού ή δάσους (με πρόθεση ή από αμέλεια). Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα οι λόγοι που οδηγούν στην «ατιμωρησία» των εμπρηστών είναι οι εξής:
- Ο μεγάλος αριθμός πυρκαγιών με ανεξακρίβωτα αίτια.
- Το γεγονός ότι δεν σχηματίζεται δικογραφία για όλες τις πυρκαγιές.
- Ο άγνωστος δράστης των εμπρησμών.
- Η απλή πιθανολόγηση των αιτίων των πυρκαγιών.
- Οι δικογραφίες με ελλιπή αποδεικτικά στοιχεία.
Στο πλαίσιο αυτό μια από τις πιο συνηθισμένες αιτίες έναρξης αγροτικών και δασικών πυρκαγιών είναι τα «υπολείμματα καπνίσματος» –κυρίως σε πρανή οδών. Όμως σε πλείστες των περιπτώσεων δεν βρίσκονται πειστήρια – ευρήματα (δηλαδή υπολείμματα από την γόπα).
Περαιτέρω, ανακύπτει το δογματικό ερώτημα αν η απόρριψη αναμμένου τσιγάρου συνιστά ενσυνείδητη αμέλεια ή ενδεχόμενο δόλο. Επιπλέον επικρατεί στην κοινή γνώμη η άποψη ότι σε μια δασική ή αγροτική πυρκαγιά ο εντοπισμός και η σύλληψη του φερόμενου ως δράστη στον οποίο αποδίδεται η απόρριψη του τσιγάρου συνεπάγεται αυτόματα και την ποινική του καταδίκη.
Η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη διότι για να υπάρξει καταδίκη απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός της συγκεκριμένης ενέργειας ή παράλειψης που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα (βλ. ΑΠ 1774/1987, ΝοΒ 36.143). Σήμερα η ευρεία τοποθέτηση καμερών διευκολύνει τον εντοπισμό των ατόμων που απορρίπτουν τσιγάρο πράξη η οποία μπορεί να οδηγήσει σε πυρκαγιά. Όμως άποψη του υπογράφοντος παραμένει ότι η απλή καταγραφή της διέλευσης ενός οχήματος και η συνακόλουθη εκδήλωση πυρκαγιάς χωρίς την ύπαρξη περαιτέρω τεχνικών ή φυσικών ευρημάτων θέτει εν αμφιβόλω την ασφαλή απόδοση της αιτίας της πυρκαγιάς σε υπολείμματα καπνίσματος. Τέλος οι πυρκαγιές που προέρχονται από αμέλεια ή από δόλο προκαλούν ακριβώς τις ίδιες καταστροφές. Απαιτούν ευρύτερες συναινέσεις και την εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου πρόληψης και όχι μονάχα καταστολής. Επιπρόσθετα στις δύο περιπτώσεις (αμέλεια ή πρόθεση) ο κεντρικός και καθοριστικός συντελεστής παραμένει ο άνθρωπος.
